AUTHORS STORIES - Έλενα ΜΠΟΛΟΝΑΣΗ

AUTHORS STORIES 

ΕΛΕΝΑ ΜΠΟΛΟΝΑΣΗ 

Το έγκλημα δεν είναι μόνο η πράξη. Είναι οι άνθρωποι, τα κίνητρα, οι σιωπές και οι ιστορίες που κρύβονται πίσω από αυτό. Η Έλενα Μπολονάση, έχοντας αφιερώσει μεγάλο μέρος της επαγγελματικής της πορείας στη μελέτη της εγκληματικότητας και της ανθρώπινης συμπεριφοράς, μεταφέρει αυτή τη γνώση στη λογοτεχνία, δημιουργώντας ιστορίες που συνδυάζουν την αγωνία με τον προβληματισμό.

Με αφορμή το νέο της μυθιστόρημα "Μια φορά κι ένας φόνος", συζητήσαμε για τη λεπτή γραμμή που χωρίζει το φως από το σκοτάδι, για τους μύθους που συνοδεύουν το έγκλημα, για την πρόκληση να ισορροπεί η επιστημονική ακρίβεια με τη μυθοπλασία, αλλά και για το αισιόδοξο μήνυμα που κρύβεται πίσω από κάθε ιστορία της.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η συγγραφέας ανοίγει ένα παράθυρο όχι μόνο στον κόσμο του νέου της βιβλίου, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει τον άνθρωπο, τις επιλογές του και την ανάγκη να αναζητούμε πάντα το φως, ακόμη και στις πιο σκοτεινές ιστορίες.


ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ 


1) Η εγκληματολογία και η λογοτεχνία μοιάζουν να συναντιούνται φυσικά στη διαδρομή σας. Πότε καταλάβατε ότι οι ιστορίες που θέλατε να αφηγηθείτε δεν αρκούσε να μελετηθούν, αλλά έπρεπε και να γραφτούν;

Η συνάντηση αυτή ωρίμασε σταδιακά, με έναν αρκετά φυσικό τρόπο. Η εγκληματολογία, ως επιστήμη, μου έδωσε τα εργαλεία να κατανοήσω σε βάθος το έγκλημα, την παρέκκλιση και τις πολύπλοκες διαδρομές της ανθρώπινης συμπεριφοράς και ψυχοσύνθεσης. Μέσα από τη διδασκαλία και τη μελέτη πραγματικών υποθέσεων έμαθα να αναζητώ όχι μόνο τα γεγονότα, αλλά και τις αιτίες που τα γεννούν. Το δαιδαλώδες ταξίδι στο μυαλό του εγκληματία, αλλά και η ανάγκη να «ακουστούν» τα θύματα με οδήγησαν στη συγγραφή, ώστε να μοιραστώ σκέψεις και προβληματισμούς για την κοινωνική πραγματικότητα. Η αστυνομική λογοτεχνία, άλλωστε, είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας.

2) Ως εγκληματολόγος έχετε έρθει σε επαφή με τη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης. Υπήρξε κάτι που ανακαλύψατε μέσα από την επιστήμη και σας εξέπληξε περισσότερο από οποιαδήποτε μυθοπλασία;

Η τρομακτική «κανονικότητα» του κακού. Αυτό που με έχει εκπλήξει περισσότερο είναι ότι η εικόνα που έχουμε για τον εγκληματία συχνά δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Πολλοί δράστες δεν ξεχωρίζουν εμφανώς από το κοινωνικό τους περιβάλλον. Μπορεί να είναι ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας, ένας λειτουργικός επαγγελματίας, ένας ευγενικός οικογενειάρχης. Αυτή η απόλυτη διάσπαση, το πώς η ίδια προσωπικότητα μπορεί να συνυπάρχει με την καθημερινή ροή της ζωής και, ταυτόχρονα, με το πιο βαθύ σκοτάδι εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να με συγκλονίζει. 

3) Στα βιβλία σας οι χαρακτήρες κινούνται συχνά ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι. Θεωρείτε ότι ο άνθρωπος καθορίζεται περισσότερο από τις επιλογές του ή από τις πληγές που κουβαλά;

Τα τραύματα της παιδικής ηλικίας, τα βιώματα και οι εμπειρίες ζωής είναι πολύ σημαντικοί παράγοντες που καθορίζουν την ενήλικη ζωή. Ο τρόπος που εξελίσσεται κάποιος ως ενήλικας είναι, ως ένα βαθμό, αποτέλεσμα του παρελθόντος του. Ωστόσο, ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να επιλέξει, ανάλογα πάντα με τις συνθήκες και την ψυχολογική του κατάσταση. Γι’ αυτό και όσοι έχουν ζήσει σε κακοποιητικά περιβάλλοντα, δεν σημαίνει πως θα γίνουν και οι ίδιοι εγκληματίες. 
4) Το νέο σας μυθιστόρημα «Μια φορά κι ένας φόνος» έχει έναν τίτλο που παντρεύει το παραμύθι με το έγκλημα. Πώς γεννήθηκε αυτή η ιδέα και τι συμβολίζει για εσάς αυτός ο συνδυασμός;

Ο κόσμος των παραμυθιών παρουσιάζει με διάφορους τρόπους το κακό και μάλιστα στα παραμύθια είναι προσδιορισμένο με σαφήνεια. Είναι τόσο ξεκάθαρο που ο ήρωας το αναγνωρίζει, το αντιμετωπίζει και πάντα στο τέλος το νικά. Η ιδέα για το «Μια φορά κι ένας φόνος» γεννήθηκε από τη συνειδητοποίηση πως το «ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» δεν ανταποκρίνεται στη σύγχρονη πραγματικότητα. Το κακό δεν είναι εύκολο να αναγνωριστεί και το καλό δεν κερδίζει πάντα. Ο συνδυασμός παραμυθιού και εγκλήματος αναδεικνύει την ανάγκη να αντιληφθούμε πως πίσω από μια φαινομενικά ιδανική οικογένεια ή κατάσταση, μπορεί να υπάρχουν γκρίζες ζώνες. Τα περισσότερα εγκλήματα διαπράττονται πίσω από κλειστές πόρτες με θύματα κυρίως γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένους. Γι’ αυτό, ο «παραμυθάς», ο κατ’ εξακολούθηση δολοφόνος στο «Μια φορά κι ένας φόνος», παίρνει τα πιο γνωστά κλασικά παραμύθια και τα μετατρέπει σε σκοτεινές σκηνές εγκλήματος. Αποδίδει δικαιοσύνη μέσα από το δικό του διαστρεβλωμένο πρίσμα ηθικής, επειδή στη δική του ιστορία, όσο κι αν περίμενε το ευτυχισμένο τέλος, αυτό δεν ήρθε ποτέ.

5) Κάθε βιβλίο κρύβει πίσω του μια ερώτηση που απασχολεί τον συγγραφέα όσο το γράφει. Ποια ήταν η ερώτηση που σας συντρόφευσε στη συγγραφή του «Μια φορά κι ένας φόνος»;

Με απασχολούσε διαρκώς το ερώτημα πόσο ασφαλείς είναι πραγματικά οι πιο ευάλωτοι άνθρωποι μέσα στους χώρους όπου υποτίθεται ότι προστατεύονται. Παρακολουθώντας το αστυνομικό ρεπορτάζ καθημερινά, διαπιστώνουμε όλοι πως ο αριθμός των θυμάτων αυξάνεται. Αυτή η αγωνία διατρέχει και τη συγγραφή του «Μια φορά κι ένας φόνος».
6) Χωρίς να αποκαλύψουμε στοιχεία της πλοκής, ποιο θεωρείτε ότι είναι το βαθύτερο θέμα του «Μια φορά κι ένας φόνος»; Τι θα θέλατε να μείνει στον αναγνώστη όταν κλείσει την τελευταία του σελίδα;

Παρόλο που ο δολοφόνος κινείται σε σκοτεινά μονοπάτια, το μήνυμα του «Μια φορά κι ένας φόνος» είναι αισιόδοξο. Αυτό που θα ήθελα να νιώσει ο αναγνώστης κλείνοντας το βιβλίο είναι πως αξίζει να αγωνιζόμαστε για το καλό, ακόμα και αν χρειαστεί να ξαναγράψουμε την τελευταία σελίδα, όχι με αίμα όπως κάνει ο «παραμυθάς», αλλά με καλοσύνη, ενσυναίσθηση και ενδιαφέρον για τον διπλανό μας. Το τέλος το ορίζουμε εμείς. 

7) Όταν χτίζετε έναν ήρωα ή έναν ύποπτο, ξεκινάτε από το έγκλημα ή από την ψυχολογία του ανθρώπου που το διαπράττει; Και πόσο συχνά η πορεία του χαρακτήρα σάς οδηγεί σε διαφορετική κατεύθυνση από αυτή που είχατε αρχικά σχεδιάσει;

Όταν φτάνει ένας άνθρωπος να εγκληματήσει, η πράξη του πρέπει να αιτιολογείται από την ψυχοσύνθεσή του, το παρελθόν του, τις συνθήκες. Το έγκλημα είναι ένα φαινόμενο πολυπαραγοντικό και αποτέλεσμα μιας συνισταμένης δυνάμεων. Πριν φτάσω στο έγκλημα που θα διαπραχθεί, θέλω να γνωρίζω το βαθύτερο ψυχολογικό κίνητρο του δράστη. Υπάρχουν φορές που, όσο εξελίσσεται η ιστορία, οι χαρακτήρες ζωντανεύουν και αποκτούν και οι ίδιοι λόγο στον τρόπο που παίρνουν αποφάσεις, κατευθύνοντας τη συγγραφική πορεία. 

8) Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση όταν προσπαθείτε να ισορροπήσετε ανάμεσα στην επιστημονική ακρίβεια και στις απαιτήσεις μιας καθηλωτικής αφήγησης;

Η επιστημονική ακρίβεια είναι απαραίτητη γιατί το αναγνωστικό κοινό αποζητά ρεαλισμό κι αληθοφάνεια στις ιστορίες. Ταυτόχρονα, είναι σημαντικό να διατηρείται το σασπένς, η δράση και να υπάρχουν καθηλωτικές ανατροπές. Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να αισθανθεί ο αναγνώστης πως συμμετέχει και ο ίδιος στις διαδικασίες της έρευνας, στις ανακριτικές πράξεις και να ακολουθήσει κι εκείνος το σκοτεινό ταξίδι στο μυαλό του δράστη. Αυτή είναι η ιδανική ισορροπία που προσπαθώ να πετύχω μέσα από την αφήγηση. 

9) Αν μπορούσατε να σβήσετε έναν μύθο που έχει η κοινωνία για το έγκλημα και τους εγκληματίες, ποιος θα ήταν;

Αν μπορούσα να σβήσω έναν μόνο μύθο, θα ήταν η πεποίθηση ότι οι εγκληματίες αποτελούν μια ξεχωριστή κατηγορία ανθρώπων, εύκολα αναγνωρίσιμη και αρκετά αποκομμένη από την υπόλοιπη κοινωνία. Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη. Συχνά έχουμε την ανάγκη να αποδώσουμε το έγκλημα σε ένα «τέρας», γιατί αυτό μας κάνει να αισθανόμαστε ασφαλείς. Αν πιστέψουμε ότι ο δράστης είναι κάτι εντελώς διαφορετικό, τότε θεωρούμε ότι το κακό βρίσκεται μακριά από τη δική μας πραγματικότητα. Η αποδόμηση αυτού του μύθου δεν σημαίνει εξωραϊσμό ή δικαιολόγηση των εγκληματικών πράξεων. Σημαίνει ότι για να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά το έγκλημα, πρέπει πρώτα να το κατανοήσουμε χωρίς στερεότυπα και απλουστεύσεις.
10) Πιστεύετε ότι υπάρχουν άνθρωποι που γεννιούνται με προδιάθεση προς το έγκλημα ή κάθε εγκληματική πράξη είναι προϊόν συνθηκών και εμπειριών;

Κανείς δεν γεννιέται «προγραμματισμένος» να γίνει εγκληματίας. Ωστόσο, υπάρχουν άνθρωποι που γεννιούνται με ορισμένες βιολογικές ή νευρολογικές ιδιαιτερότητες (όπως παρορμητικότητα ή δυσκολία στη διαχείριση του φόβου και του στρες), οι οποίες αποτελούν ένα είδος «εύφλεκτου υλικού». Αν αυτό το άτομο βρεθεί σε ένα κακοποιητικό περιβάλλον, βιώσει παραμέληση, κοινωνική περιθωριοποίηση κλπ, τότε είναι πολύ πιθανό να εξελιχθεί ως εγκληματίας. Αντίθετα, οι ίδιες βιολογικές τάσεις σε ένα υποστηρικτικό και σταθερό περιβάλλον μπορεί να μην εκδηλωθούν ποτέ με παραβατικές συμπεριφορές. Επομένως, η βιολογία θέτει τις βάσεις, αλλά οι συνθήκες και οι εμπειρίες είναι αυτές που τελικά χαράζουν τη διαδρομή.

11) Όσο περισσότερο μελετάτε το έγκλημα και την ανθρώπινη συμπεριφορά, τόσο περισσότερες απαντήσεις βρίσκετε ή τόσο περισσότερα ερωτήματα γεννιούνται;

Η μελέτη του εγκλήματος δεν είναι μια γραμμική πορεία προς τη βεβαιότητα, αλλά μια κατάδυση στον ωκεανό της ανθρώπινης πολυπλοκότητας. Όσο περισσότερο κατανοούμε τους μηχανισμούς του εγκεφάλου ή τις κοινωνικές δομές που οδηγούν στην παραβατικότητα, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούμε πόσο απρόβλεπτος παραμένει ο ανθρώπινος παράγοντας.

12) Αν ένας αναγνώστης έκλεινε το τελευταίο σας βιβλίο και σας συναντούσε αμέσως μετά, ποια θα ήταν η μία ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνει;

Θα ήθελα ο αναγνώστης να κλείσει το βιβλίο με ένα ερώτημα: «Μπορεί τελικά το καλό να νικήσει το κακό;» Η δική μου απάντηση θα είναι πάντα ένα ηχηρό «ναι». Ίσως όχι εύκολα, ίσως όχι πάντα άμεσα, αλλά αξίζει να συνεχίσουμε να το διεκδικούμε.


Η συζήτησή μας με την Έλενα Μπολονάση ήταν μια υπενθύμιση πως η αστυνομική λογοτεχνία μπορεί να προσφέρει πολύ περισσότερα από την αγωνία μιας ανατροπής. Μέσα από τις σελίδες της ανοίγει έναν διάλογο για την ανθρώπινη φύση, τη δικαιοσύνη, τις επιλογές και τις κοινωνικές πραγματικότητες που συχνά μένουν πίσω από κλειστές πόρτες.

Ευχαριστούμε θερμά την Έλενα Μπολονάση για την όμορφη αυτή συζήτηση και για όλα όσα μοιράστηκε μαζί μας. Της ευχόμαστε ολόψυχα το "Μια φορά κι ένας φόνος" να ταξιδέψει σε ακόμη περισσότερους αναγνώστες και να συνεχίσει να μας χαρίζει ιστορίες που δεν κρατούν μόνο αμείωτη την αγωνία, αλλά αφήνουν και τροφή για σκέψη πολύ μετά την τελευταία σελίδα.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ 


Η Έλενα Μπολονάση είναι δικηγόρος, εγκληματολόγος και συγγραφέας. Είναι απόφοιτη της Νομικής Σχολής και του Τμήματος Ελληνικής Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ έχει πραγματοποιήσει μεταπτυχιακές σπουδές στην Εγκληματολογική Ψυχολογία. Διδάσκει αντικείμενα που σχετίζονται με την εγκληματολογία και το ποινικό δίκαιο, ενώ η ενασχόλησή της με την επιστήμη του εγκλήματος αποτελεί βασική πηγή έμπνευσης για το συγγραφικό της έργο. Το νέο της μυθιστόρημα, «Μια φορά κι ένας φόνος», κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μίνωας.

ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ: ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ Σταύρος 



Σχόλια