AUTHORS STORIES - ΚΛΑΙΡΗ ΘΕΟΔΩΡΟΥ

AUTHORS STORIES 

Κλαίρη ΘΕΟΔΩΡΟΥ 

Η Κλαίρη Θεοδώρου ανήκει στις συγγραφείς που έχουν καταφέρει να κινηθούν με άνεση ανάμεσα σε διαφορετικά λογοτεχνικά είδη, διατηρώντας πάντοτε τη δική τους ξεχωριστή αφηγηματική ταυτότητα. Από το ιστορικό και κοινωνικό μυθιστόρημα έως τη σύγχρονη αστυνομική λογοτεχνία, οι ιστορίες της ξεχωρίζουν για την προσεγμένη σκιαγράφηση των χαρακτήρων, την ψυχολογική τους ένταση και τη βαθύτερη ματιά τους στις ανθρώπινες σχέσεις.

Με αφορμή την κυκλοφορία του νέου της μυθιστορήματος «Μην το διαβάσεις», συνομιλήσαμε μαζί της για τη γοητεία του αστυνομικού είδους, τη σχέση της με τη φωτογραφία, τη δημιουργία των ηρώων της, τη συνεργασία της με τη Λένα Μαντά, αλλά και για τα μεγάλα ερωτήματα που κρύβονται πίσω από κάθε ιστορία που επιλέγει να αφηγηθεί.

Μια συζήτηση γύρω από τα μυστικά, τα τραύματα, τις βεβαιότητες που συχνά μας παραπλανούν και την αέναη προσπάθεια κατανόησης της ανθρώπινης φύσης.


1) Έχετε κινηθεί με επιτυχία ανάμεσα στο ιστορικό, το κοινωνικό και το αστυνομικό μυθιστόρημα. Τι είναι αυτό που σας προσφέρει το αστυνομικό είδος και συνεχίζει να σας προκαλεί συγγραφικά; 

Αυτό που με γοητεύει στο αστυνομικό μυθιστόρημα είναι ότι αποτελεί ένα εξαιρετικό όχημα για να μιλήσεις για πολύ περισσότερα πράγματα από το ίδιο το έγκλημα. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως το αστυνομικό μυθιστόρημα ταυτίζεται συχνά στην εποχή μας με το σύγχρονο κοινωνικό μυθιστόρημα. Ένα καλό βιβλίο αστυνομικής λογοτεχνία δεν έχει να κάνει μόνο με τον δράστη ενός εγκλήματος ή με το έγκλημα αυτό καθ’ αυτό, αλλά με το γιατί, το πώς και κυρίως με την επίδραση όλων αυτών στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Μέσα από το μυστήριο μού δίνεται η δυνατότητα να εξερευνήσω την Ιστορία, τη μνήμη, την εξουσία, τις ανθρώπινες σχέσεις και τις πιο σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης φύσης χωρίς να χάνεται ποτέ η αφηγηματική ένταση. Ο αναγνώστης αναζητά την αλήθεια μέσω της επίλυσης του όποιου μυστηρίου, έρχεται όμως συγχρόνως αντιμέτωπος με πολύ μεγαλύτερα ερωτήματα. Το αστυνομικό μυθιστόρημα αποτελεί επομένως πρόκληση, προς εμένα την ίδια σε πρώτο επίπεδο και προς το αναγνωστικό κοινό σε δεύτερο. 

2) Έχετε πει ότι η φωτογραφία αποτελεί ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής σας. Όταν γράφετε μια σκηνή, σκέφτεστε πρώτα σαν συγγραφέας ή σαν φωτογράφος που προσπαθεί να «καδράρει» την ιδανική εικόνα; 

Πιστεύω ότι πρόκειται στην πραγματικότητα για δύο αλληλένδετες μορφές τέχνης. Η φωτογραφία με έχει μάθει να παρατηρώ λεπτομέρειες που ίσως διαφορετικά θα μου διέφευγαν: το φως, τις σκιές, τις μικρές εναλλαγές στις εκφράσεις των άλλων, ασήμαντα εκ πρώτης όψεως αντικείμενα που έχουν όμως τη δυναμική να αλλάξουν ολόκληρη την ατμόσφαιρα μιας σκηνής. Συνήθως, την ώρα που γράφω κάτι, το «βλέπω» να συμβαίνει μπροστά μου. Έχω στο μυαλό μου μια εικόνα που θα μπορούσε να αποτελεί φωτογραφικό κάδρο. Αξίζει βέβαια να σημειωθεί ότι τόσο στη φωτογραφία όσο και στη συγγραφή, στο επίκεντρο δε βρίσκονται συνήθως αυτά που ξεχωρίζουν με την πρώτη ματιά, αλλά εκείνα που διαβάζεις πίσω από το φαίνεσθαι, πίσω από τις λέξεις. 


3) Οι ήρωές σας συχνά κουβαλούν μυστικά, τραύματα και εσωτερικές συγκρούσεις. Ποιο είναι το πρώτο στοιχείο που αναζητάτε σε έναν χαρακτήρα πριν ακόμη ξεκινήσει να ξεδιπλώνεται η πλοκή; 

Πριν από οτιδήποτε άλλο, αναζητώ τι είναι αυτό που τον έχει καθορίσει, συνήθως αρνητικά. Δεν πρόκειται αναγκαστικά για ένα μεγάλο τραύμα, αλλά για τη φάση της ζωής του όπου επήλθε μια στροφή, μια ανατροπή, μια αλλαγή πορείας. Κάτι που τον έκανε να αμφιβάλλει, να φοβάται ή να παίρνει αποφάσεις που δεν θα έπαιρνε υπό άλλες συνθήκες. Και για να το πετύχω φυσικά αυτό, στήνω πολύ προσεκτικά το υπόβαθρο του κάθε ήρωα, ακόμα κι αυτών που δεν έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην ιστορία. Προσωπικά με ενδιαφέρουν οι χαρακτήρες που βρίσκονται σε σύγκρουση με τον εαυτό τους. Οι άνθρωποι που θέλουν δύο πράγματα ταυτόχρονα, που παλεύουν ανάμεσα στο «πρέπει» και στο «θέλω», στην αλήθεια και στην ανάγκη να την αποκρύψουν. Μέσα από αυτά τα διλήμματα γεννιούνται οι πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες. 

4) Η συνεργασία σας με τη Λένα Μαντά ένωσε δύο πολύ διαφορετικές συγγραφικές φωνές. Υπήρξε κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της συγγραφής που διαφωνήσατε ουσιαστικά για την πορεία της ιστορίας ή ενός χαρακτήρα; Και τι μάθατε τελικά η μία από την άλλη; 

Η αλήθεια είναι ότι δεν διαφωνούμε ποτέ ουσιαστικά. Αντίθετα, διασκεδάζουμε πάρα πολύ γράφοντας μαζί. Υπάρχουν αμέτρητες στιγμές που συζητάμε τις πιο σκοτεινές ανατροπές, σχεδιάζουμε ειδεχθή εγκλήματα ή βάζουμε τους ήρωές μας στις πιο δύσκολες δοκιμασίες και καταλήγουμε να γελάμε σαν μικρά παιδιά. Νομίζω ότι αυτό συμβαίνει γιατί, παρά τις διαφορετικές συγγραφικές μας διαδρομές, μοιραζόμαστε την ίδια αγάπη για την αφήγηση και τους χαρακτήρες. Υπάρχει αμοιβαίος σεβασμός και εμπιστοσύνη από την πρώτη στιγμή, οπότε οι συζητήσεις μας είναι πάντα δημιουργικές και ποτέ ανταγωνιστικές. Άλλωστε, μας ενώνει μια βαθιά φιλία και τα μυαλά μας αποτελούν κατά μία έννοια συγκοινωνούντα δοχεία. 

5) Ο τίτλος του νέου μυθιστορήματός σας «Μην το διαβάσεις» λειτουργεί σχεδόν σαν πρόκληση προς τον αναγνώστη. Πώς γεννήθηκε αυτή η ιδέα και τι θέλατε να προκαλέσετε τη στιγμή που κάποιος θα έβλεπε το βιβλίο για πρώτη φορά; 

Ο τίτλος δεν επιλέχθηκε για λόγους εντυπωσιασμού ή πρόκλησης. Από την πρώτη στιγμή ήταν άρρηκτα συνδεδεμένος με την πλοκή και με τα βασικά ερωτήματα που θέτει το βιβλίο. Έχει ουσιαστικό ρόλο μέσα στην αφήγηση και αποκτά το πλήρες νόημά του καθώς αυτή εξελίσσεται. Μάλιστα, ο αναγνώστης θα αντιληφθεί άμεσα διαβάζοντας το βιβλίο πως η επιτακτική αυτή προτροπή δεν αφορά τον ίδιο αλλά τον αστυνομικό επιθεωρητή Ρούπερτ Κίλερ. Οφείλω ωστόσο να ομολογήσω πως ανέκαθεν με γοήτευε η τάση του ανθρώπου να έλκεται από το απαγορευμένο. Όταν κάποιον μας λέει να μην κάνουμε κάτι, αυτομάτως θέλουμε να το κάνουμε, ακόμα κι αν δεν το είχαμε σκεφτεί νωρίτερα. Ο τίτλος λοιπόν παίζει και με αυτή την αντίφαση, με την αντίστροφη ψυχολογία δηλαδή.   


6) Στο «Μην το διαβάσεις» το μυστήριο συνυπάρχει με έντονες ψυχολογικές διαδρομές. Ποια από τις δύο πλευρές θεωρείτε πιο δύσκολη στη συγγραφή: να κρύβετε την αλήθεια από τον αναγνώστη ή να αποκαλύπτετε σταδιακά την αλήθεια των χαρακτήρων σας; 

Χωρίς δεύτερη σκέψη, τη δεύτερη. Το να κρύψεις μια πληροφορία από τον αναγνώστη είναι κυρίως θέμα τεχνικής. Το να αποκαλύψεις, όμως, σταδιακά την ψυχοσύνθεση ενός χαρακτήρα χωρίς να χάσεις την αληθοφάνειά του είναι πολύ πιο δύσκολο. Το σωστό ψυχογράφημα ενός ήρωα και η συνεπής εξέλιξή του είναι πολλές φορές το άλφα και το ωμέγα σε ένα μυθιστόρημα. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε αυτό που είχε πει ο Stephen King: Η ιστορία οδηγείται από την πλοκή, αλλά την αγαπάμε για τους χαρακτήρες. 

7) Κάθε βιβλίο κρύβει πίσω του μια ερώτηση που απασχολεί τον συγγραφέα όσο το γράφει. Ποια ήταν η ερώτηση που σας συντρόφευσε στη συγγραφή του «Μην το διαβάσεις»; 

Η ερώτηση που με συνόδευε σε όλη τη διάρκεια της συγγραφής ήταν: «Πόσο εύκολα μπορούμε να χειραγωγηθούμε από αυτά που πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε;» Ζούμε σε μια εποχή όπου σχηματίζουμε απόψεις μέσα σε δευτερόλεπτα. Βλέπουμε μια εικόνα, ακούμε μια πληροφορία, διαβάζουμε έναν τίτλο και πολύ συχνά θεωρούμε ότι έχουμε ήδη καταλάβει τι αφορά. Στην πραγματικότητα, όμως, όλοι κουβαλάμε στερεότυπα, προκαταλήψεις και βεβαιότητες που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τα γεγονότα και τους ανθρώπους γύρω μας. Στο «Μην το διαβάσεις» με ενδιέφερε να εξερευνήσω ερωτήματα, όπως «πόσο αξιόπιστη είναι η κρίση μας;», «πόσο εύκολα μπορεί κάποιος να κατευθύνει τη σκέψη μας αν γνωρίζει τους φόβους, τις προσδοκίες και τις προκαταλήψεις μας;» Και κυρίως, «πόσες φορές πέφτουμε θύματα όχι των αντιφάσεων των άλλων, αλλά των δικών μας βεβαιοτήτων;» 


8) Χωρίς να αποκαλύψουμε στοιχεία της πλοκής, ποιο θεωρείτε ότι είναι το βαθύτερο θέμα του βιβλίου; Είναι τελικά μια ιστορία για το έγκλημα, για την αλήθεια ή για κάτι εντελώς διαφορετικό; 

Θα έλεγα ότι είναι μια ιστορία για όλα αυτά μαζί, αλλά κυρίως για τις συνέπειες των επιλογών μας και για τα στοιχεία που «κληρονομούμε» από τους ανθρώπους που μας έφεραν στον κόσμο και μας μεγάλωσαν. Το έγκλημα είναι η αφορμή, και το μυστήριο ο μηχανισμός που κινεί την πλοκή. Στον πυρήνα του βιβλίου, όμως, βρίσκονται ζητήματα όπως η οικογένεια, η αγάπη, η κακοποίηση, τα στερεότυπα, αλλά και τα όρια ανάμεσα στην ηθική, τη δικαιοσύνη και την αυτοδικία. Με ενδιέφερε να εξερευνήσω το πώς οι οικογενειακές σχέσεις μπορούν να διαμορφώσουν, να πληγώσουν ή ακόμη και να καθορίσουν τις αποφάσεις που παίρνει κανείς ως ενήλικας. Αν έπρεπε να το συνοψίσω σε μία φράση, θα έλεγα ότι το «Μην το διαβάσεις» είναι μια ιστορία για τα τραύματα που κληρονομούμε, τις στρεβλώσεις που προκύπτουν από αυτά, τις αλήθειες που αρνούμαστε να δούμε και το τίμημα των επιλογών που κάνουμε όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι μαζί τους. 


9) Υπάρχει κάποιος χαρακτήρας που, ενώ ξεκίνησε ως δευτερεύων, διεκδίκησε τελικά περισσότερο χώρο από αυτόν που του είχατε αρχικά παραχωρήσει; 

Ναι, ο Νίκος Καλτσής, ο οδηγός του Ρούπερτ Κίλερ στην Αθήνα που καταλήγει να γίνει φίλος του στη συνέχεια. Ο Νίκος κέρδισε με το σπαθί του έναν πιο σημαντικό και καίριο ρόλο σε αυτό το βιβλίο, που δεν είχα σκεφτεί εξαρχής να του αποδώσω. Κατά μία έννοια μάλιστα, είναι αυτός που κινεί τα νήματα της πλοκής και για το πώς θα συνεχιστεί η ιστορία στο επόμενο βιβλίο της σειράς. 


10) Υπάρχει κάποιο θέμα ή κάποιος φόβος που επιστρέφει ξανά και ξανά στα βιβλία σας, ακόμη κι όταν δεν το επιδιώκετε συνειδητά; 

Νομίζω πως ναι. Αν κοιτάξω τα βιβλία μου συνολικά, διαπιστώνω ότι επανέρχομαι συχνά, ακόμη και ασυνείδητα, στην οικογένεια και στο τραύμα που μπορεί να κρύβεται μέσα σ’ αυτή. Η πιο διαδεδομένη αντίληψη είναι ότι η οικογένεια αποτελεί πάντοτε καταφύγιο. Η πραγματικότητα, όμως, είναι συχνά πιο σύνθετη. Οι άνθρωποι που μας αγαπούν περισσότερο είναι και εκείνοι που έχουν τη μεγαλύτερη δύναμη να μας πληγώσουν. Και τα τραύματα της παιδικής ηλικίας έχουν έναν παράξενο τρόπο να μας ακολουθούν, να επηρεάζουν τις σχέσεις μας και να καθορίζουν τις επιλογές μας πολύ αργότερα, όταν πιστεύουμε ότι τα έχουμε αφήσει πίσω. Ίσως γι’ αυτό με ενδιαφέρουν τόσο οι ιστορίες όπου οι ήρωες καλούνται να αντιμετωπίσουν όχι μόνο έναν εξωτερικό κίνδυνο, αλλά και τα φαντάσματα του παρελθόντος τους. Ο πιο δύσκολος αντίπαλος άλλωστε είναι πάντα ο ίδιος μας ο εαυτός. 


11) Αν ένας αναγνώστης έκλεινε το «Μην το διαβάσεις» και μπορούσατε να του αφήσετε μία μόνο σκέψη να τον ακολουθεί για μέρες, ποια θα θέλατε να είναι; 

Δεν θα ήθελα να του αφήσω μία συγκεκριμένη σκέψη, γιατί πιστεύω ότι κάθε βιβλίο ολοκληρώνεται πραγματικά μέσα στο μυαλό του αναγνώστη, άρα είναι εντελώς υποκειμενικό τι θα σκεφτεί και τι θα αποκομίσει. Ο καθένας κουβαλάει τις δικές του εμπειρίες, τις δικές του πληγές, τις δικές του βεβαιότητες και αναπόφευκτα διαβάζει μια διαφορετική ιστορία. Και αυτό είναι ίσως και το πιο όμορφο κομμάτι της λογοτεχνίας: ότι δύο άνθρωποι μπορεί να κλείσουν το ίδιο βιβλίο και να έχουν εντελώς διαφορετικό συναίσθημα σε σχέση μ’ αυτό. 


12) Μετά από τόσα χρόνια εξερευνώντας μέσα από τα βιβλία σας το σκοτάδι, τα μυστικά και τις αντιφάσεις των ανθρώπων, νιώθετε ότι κατανοείτε περισσότερο την ανθρώπινη φύση ή ότι αυτή γίνεται ολοένα και πιο αινιγματική; 

Όσο περισσότερο γράφω, τόσο λιγότερο πιστεύω στις εύκολες απαντήσεις. Αν έχω μάθει κάτι, είναι ότι οι άνθρωποι είναι πολύ πιο σύνθετοι από όσο μας αρέσει να πιστεύουμε. Σπάνια υπάρχουν απόλυτα θύματα ή απόλυτοι θύτες, απόλυτα καλοί ή απόλυτα κακοί. Υπό αυτή την έννοια, νιώθω ότι κατανοώ περισσότερο την ανθρώπινη φύση. Ταυτόχρονα όμως τη βρίσκω και ολοένα πιο αινιγματική. Γιατί κάθε φορά που νομίζεις ότι έχεις αντιληφθεί τι είναι ικανός να κάνει ένας άνθρωπος, η πραγματικότητα έρχεται να σε διαψεύσει. 

Μέσα από τις απαντήσεις της Κλαίρης Θεοδώρου γίνεται φανερό ότι το «Μην το διαβάσεις» δεν είναι απλώς ένα ακόμη αστυνομικό μυθιστόρημα. Είναι μια ιστορία που χρησιμοποιεί το μυστήριο για να μιλήσει για την οικογένεια, τα τραύματα που κουβαλάμε, τις επιλογές που κάνουμε και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τους ανθρώπους γύρω μας.

Ίσως τελικά αυτό να είναι και το στοιχείο που χαρακτηρίζει συνολικά τη συγγραφική της πορεία. Πίσω από κάθε ιστορία υπάρχει πάντα η προσπάθεια να κατανοήσει καλύτερα τους ανθρώπους και τις αντιφάσεις τους. Και όπως η ίδια παραδέχεται στη συνέντευξη που ακολουθεί, όσο περισσότερο τους γνωρίζει μέσα από τη γραφή, τόσο πιο σύνθετοι και απρόβλεπτοι της φαίνονται.





ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ 

Η Κλαίρη Θεοδώρου γεννήθηκε στην Ελλάδα και πέρασε μέρος των παιδικών της χρόνων στη Γερμανία. Έχει σπουδάσει Γερμανική Φιλολογία και Φωτογραφία και δραστηριοποιείται στον χώρο της συγγραφής, της μετάφρασης και της καλλιτεχνικής φωτογραφίας. Είναι μέλος της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας.

Έχει γράψει τα μυθιστορήματα «Η Αποικία της Λήθης», «Η Αγάπη που δεν Άκουσες», «Άλικες Σιωπές», «Οι Κόρες της Βασίλισσας», «Εραστές του Φωτός», «Ο Βασιλιάς Πεθαίνει Πάντα Τελευταίος», «Τρεις Ερωτήσεις», «Εκείνος και Εκείνη» και «Μην το διαβάσεις», ενώ παράλληλα συνυπογράφει με τη Λένα Μαντά τη σειρά αστυνομικών μυθιστορημάτων «Γυναικεία Υπόθεση».

Το έργο της ξεχωρίζει για την έντονη ψυχογράφηση των χαρακτήρων, τη σύνδεση του μυστηρίου με κοινωνικά ζητήματα και τη διαρκή ενασχόλησή του με τις ανθρώπινες σχέσεις, τα τραύματα και τις επιλογές που καθορίζουν τη ζωή των ηρώων της.


Σχόλια